Με προβλημάτισε ο μπαγάσας ο Πάγκαλος.
Είπε ότι τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί σε αυτή τη χώρα και ξεπετάχτηκαν οι ερινύες από τα ντουλάπια που τις είχα κλειδαμπαρώσει. Και άρχισα τους λογαριασμούς:
Για τα «μαύρα» κι άραχνα που έπαιρνα επί χρόνια σε διάφορα μαγαζιά της δημοσιογραφίας.
Για το φοιτητικό πάσο που είχα για καιρό, ακόμα και όταν τελείωσε η ιδιότητα του φοιτητή.
Για τα εισιτήρια του αστικού, που έσβηνα με τη γόμα το μελάνι που είχε πάνω από το πρώτη ακύρωση, όταν είχα αφραγκιές κι έπρεπε να πάρω το λεωφορείο.
Για όλες τις συναυλίες που μπήκα χωρίς εισιτήριο από τα βραχάκια, μέχρι και για μια ξύστρα στη δευτέρα Δημοτικού, που τη λιμπίστηκα και τη βούτηξα από τον Βσιλάκη τον διπλανό μου.
Sorry ρε Βσιλάκη. Αλλά ήσουν κι συ προκλητικός με την ξύστρα - αυτοκινητάκι. Κι εκείνη εκεί, ολοκόκκινη, απροστάστευτη και πρόθυμη να πέσει στη χούφτα μου.
Και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσουμε, λέει ο Θόδωρος…



